Στην πρώτη γραμμή: Ο πρόεδρος των Ειδικών Φρουρών ΑΜΘ για τις ελλείψεις, τις προκλήσεις και τον άνθρωπο πίσω από τη στολή

Σε μια περίοδο που η έννοια της ασφάλειας επαναπροσδιορίζεται καθημερινά, οι Ειδικοί Φρουροί της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης υπηρετούν σε ένα από τα πιο απαιτητικά επιχειρησιακά περιβάλλοντα της χώρας.
Ο πρόεδρος του Σωματείου Ειδικών Φρουρών ΑΜΘ κ. Αναστάσιος Γαλανίδης, μιλά ανοιχτά στο ipineza.gr για τις πραγματικές συνθήκες πίσω από το καθήκον: τις ελλείψεις σε προσωπικό και μέσα, τις δυσκολίες του έργου στον Έβρο, τη διαχρονική ανάγκη για αναγνώριση, αλλά και την ανθρώπινη πλευρά του Ειδικού Φρουρού — εκείνη που ισορροπεί καθημερινά ανάμεσα στην ευθύνη και την ψυχική αντοχή.
Ποια είναι τα καθήκοντα των Ειδικών Φρουρών κ. Γαλανίδη;
Τα καθήκοντα των Ειδικών Φρουρών περιλαμβάνουν τη φύλαξη ευπαθών στόχων, περιπολίες, και την υποστήριξη ειδικών αστυνομικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση ιδιαίτερων μορφών εγκληματικότητας. Επίσης, τους ανατίθεται η στελέχωση ειδικών μονάδων και αποσπασμάτων για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας , διεξαγωγή περιπολιών για την πρόληψη του εγκλήματος, όπως στις ομάδες ΔΙ.ΑΣ.-Ο.Π.Κ.Ε.
Αν σας ζητούσα να περιγράψετε μια συνηθισμένη υπηρεσία, πώς θα την αποτυπώνατε; Ποιες είναι οι βασικές δραστηριότητες και προκλήσεις;
Η καθημερινότητα ενός αστυνομικού δεν είναι ποτέ πραγματικά “ρουτίνα”. Κάθε υπηρεσία μπορεί να περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, που κυμαίνονται από την πρόληψη και την επιτήρηση μέχρι την άμεση ανταπόκριση σε έκτακτα περιστατικά.
Έναρξη της υπηρεσίας
Η ημέρα ξεκινά με την παράδοση – παραλαβή υπηρεσίας, τον έλεγχο του οπλισμού και του εξοπλισμού (αλεξίσφαιρα, φορητός ασύρματος, περιπολικό) και τη σύντομη ενημέρωση από τον αξιωματικό υπηρεσίας για τα συμβάντα της προηγούμενης βάρδιας ή τυχόν εντολές – επιχειρησιακές οδηγίες. Στη συνέχεια, το πλήρωμα ή η ομάδα περιπολίας αναλαμβάνει το προκαθορισμένο τομέα ευθύνης.
Καθημερινές δραστηριότητες
Μια συνηθισμένη υπηρεσία μπορεί να περιλαμβάνει: Περιπολίες σε αστικό ή αγροτικό περιβάλλον για την πρόληψη εγκλημάτων και τη διατήρηση της δημόσιας τάξης. Έλεγχους οχημάτων και ατόμων, διερεύνηση ύποπτων κινήσεων ή καταγγελιών. Άμεση επέμβαση σε περιστατικά (διαπληκτισμούς, τροχαία, ενδοοικογενειακή βία, κλοπές, παραβάσεις δημόσιας τάξης). Εξυπηρέτηση πολιτών στα τμήματα — υποβολή μηνύσεων, καταγγελιών, έκδοση εγγράφων. Συνεργασία με άλλες υπηρεσίες (ΔΙΑΣ, Τροχαία, ΟΠΚΕ, Πυροσβεστική, ΕΚΑΒ) ανάλογα με τη φύση του συμβάντος. Καταγραφή συμβάντων και σύνταξη εκθέσεων ή δελτίων, που αποτελούν κρίσιμο διοικητικό έργο στο τέλος της βάρδιας.
Προκλήσεις της καθημερινής υπηρεσία
Παρά την “κανονικότητα” της ρουτίνας, οι προκλήσεις είναι συνεχείς και απαιτούν ψυχραιμία, αυτοέλεγχο και επαγγελματισμό: Απρόβλεπτες καταστάσεις: Ένα απλό περιστατικό μπορεί σε δευτερόλεπτα να μετατραπεί σε επικίνδυνη επέμβαση. Πίεση χρόνου και ανάγκη για άμεσες αποφάσεις με νομικές και ηθικές συνέπειες. Έλλειψη προσωπικού ή μέσων, που αυξάνει την κόπωση και το άγχος. Ψυχολογική επιβάρυνση από τη συνεχή έκθεση σε ένταση, βία, κοινωνικά προβλήματα και ανθρώπινο πόνο. Απαίτηση επαγγελματισμού και αυτοσυγκράτησης, ακόμη και σε συνθήκες πρόκλησης ή επιθετικότητας από πολίτες. Διαχείριση πολλών ρόλων: φύλακας, διαμεσολαβητής, ψύχραιμος διαπραγματευτής, σύμβουλος, υπηρέτης του νόμου.
Η ουσία της καθημερινότητας
Πίσω από την ένστολη εικόνα, μια συνηθισμένη υπηρεσία αποτυπώνει τη συνεχή ισορροπία ανάμεσα στην ευθύνη και τον άνθρωπο. Ο αστυνομικός καλείται κάθε μέρα να προστατεύει, να προλαμβάνει, να επιβάλλει, αλλά και να κατανοεί. Η επιτυχία μιας υπηρεσίας δεν μετριέται μόνο με συλλήψεις ή στατιστικά στοιχεία, αλλά και με το αν ο πολίτης νιώθει ασφαλής, προστατευμένος και ότι τον σέβονται. Αυτή είναι η πραγματική αποστολή της Αστυνομίας — μια αποστολή που ανανεώνεται καθημερινά, σε κάθε βάρδια.
Πώς έχουν αλλάξει οι επιχειρησιακές ανάγκες και οι προτεραιότητες τα τελευταία χρόνια;
Τα τελευταία χρόνια, οι υπηρεσιακές ανάγκες της Ελληνικής Αστυνομίας έχουν αλλάξει σημαντικά, ως αποτέλεσμα των νέων μορφών εγκληματικότητας, των τεχνολογικών εξελίξεων, αλλά και των κοινωνικών μεταβολών στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Η Αστυνομία καλείται πλέον να ανταποκριθεί σε πολύπλοκες και πολυδιάστατες προκλήσεις, πέραν της παραδοσιακής αστυνόμευσης.
1. Νέες μορφές εγκληματικότητας
Η κυβερνοεγκληματικότητα, οι απάτες μέσω διαδικτύου, η κλοπή προσωπικών δεδομένων και η διαδικτυακή ριζοσπαστικοποίηση αποτελούν πλέον βασικούς τομείς δράσης. Οι υπηρεσίες ασφαλείας έχουν ανάγκη από ειδικευμένο προσωπικό, τεχνολογικό εξοπλισμό και εκπαίδευση σε θέματα ψηφιακής ασφάλειας.
2. Ενίσχυση της συνοριακής φύλαξης και της μεταναστευτικής διαχείρισης
Οι μεταναστευτικές ροές, ιδιαίτερα στον Έβρο και στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, έχουν δημιουργήσει αυξημένες ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό, τεχνικά μέσα και διεθνή συνεργασία (FRONTEX, Europol). Η Αστυνομία λειτουργεί πλέον και ως σύνορο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με καθήκοντα που ξεπερνούν τα εθνικά όρια.
3. Διαχείριση κρίσεων και φυσικών καταστροφών
Η αύξηση φυσικών φαινομένων (πλημμύρες, πυρκαγιές, σεισμοί) απαιτεί εκπαίδευση σε πολιτική προστασία, συντονισμό με άλλους φορείς και επιχειρησιακή ευελιξία. Η Αστυνομία δεν περιορίζεται πλέον μόνο στη διατήρηση της τάξης, αλλά συμμετέχει ενεργά στη διάσωση και υποστήριξη του πολίτη.
4. Αλλαγή φιλοσοφίας στην αστυνόμευση
Τα τελευταία χρόνια υπάρχει στροφή προς το μοντέλο της “κοινοτικής αστυνόμευσης”, που στοχεύει στη συνεργασία με τους πολίτες και στην πρόληψη της εγκληματικότητας μέσω διαλόγου, ενημέρωσης και παρουσίας στις γειτονιές. Η εμπιστοσύνη και η διαφάνεια αποτελούν πλέον στρατηγικές προτεραιότητες.
5. Ψηφιοποίηση και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών
Η εισαγωγή ψηφιακών εργαλείων (ηλεκτρονικές αναφορές, βάσεις δεδομένων, αυτόματα κέντρα επικοινωνίας) αλλάζει ριζικά τον τρόπο λειτουργίας των αστυνομικών υπηρεσιών. Οι ανάγκες επικεντρώνονται πλέον σε τεχνολογική επάρκεια, διαλειτουργικότητα συστημάτων και εκπαίδευση στο ψηφιακό περιβάλλον.
6. Προτεραιότητα στην εκπαίδευση και την επαγγελματική ανάπτυξη
Η αστυνομία πλέον επενδύει περισσότερο στη συνεχή εκπαίδευση, στην ψυχολογική υποστήριξη του προσωπικού και στην καλλιέργεια δεξιοτήτων επικοινωνίας, διαχείρισης κρίσεων και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Συμπέρασμα
Η σύγχρονη Ελληνική Αστυνομία μεταβαίνει από το παραδοσιακό πρότυπο της καταστολής σε ένα πολυδιάστατο πρότυπο αστυνόμευσης, που συνδυάζει: τεχνολογική και επιχειρησιακή επάρκεια, ανθρωποκεντρική προσέγγιση, και στενή συνεργασία με την κοινωνία. Οι προτεραιότητες πλέον εστιάζουν όχι μόνο στην αντιμετώπιση του εγκλήματος, αλλά και στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και της εμπιστοσύνης του πολίτη προς τον θεσμό της Αστυνομίας.
Αντιμετωπίζετε ελλείψεις σε προσωπικό ή υλικοτεχνικά μέσα;
Η Ελληνική Αστυνομία καλείται να επιτελέσει ένα σύνθετο και απαιτητικό έργο, που αφορά τόσο την προστασία της δημόσιας ασφάλειας όσο και την αντιμετώπιση σύγχρονων απειλών, όπως η παράνομη μετανάστευση, η διασυνοριακή εγκληματικότητα και η τρομοκρατία. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα του έργου της επηρεάζεται σημαντικά από ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό και υλικοτεχνική υποστήριξη. Σε επίπεδο προσωπικού, παρατηρούνται ελλείψεις σε οργανικές θέσεις, ιδιαίτερα σε παραμεθόριες περιοχές όπως ο Έβρος, όπου οι επιχειρησιακές απαιτήσεις είναι αυξημένες. Η υποστελέχωση οδηγεί σε υπερφόρτωση υπηρεσιών, αυξημένα ωράρια, περιορισμένες ημέρες ανάπαυσης και ψυχολογική κόπωση του προσωπικού. Παράλληλα, η γήρανση του ανθρώπινου δυναμικού και η καθυστέρηση στην ανανέωση μέσω προσλήψεων επιτείνουν το πρόβλημα. Σε επίπεδο υλικοτεχνικών μέσων, η κατάσταση χαρακτηρίζεται από ελλείψεις και παλαιότητα του εξοπλισμού. Πολλά υπηρεσιακά οχήματα είναι πεπαλαιωμένα και συχνά εκτός λειτουργίας, ενώ ο σύγχρονος εξοπλισμός επιτήρησης (θερμικές κάμερες, drones, συστήματα επικοινωνίας, νυχτερινά μέσα παρατήρησης) δεν επαρκεί για την κάλυψη όλων των αναγκών. Επιπλέον, οι υποδομές πολλών αστυνομικών τμημάτων παραμένουν ανεπαρκείς, με αποτέλεσμα την επιβάρυνση των συνθηκών εργασίας.
Ποιες είναι οι βασικές προκλήσεις για τους Ειδικούς Φρουρούς που υπηρετούν στον Έβρο;
Οι ειδικοί φρουροί που υπηρετούν στον Έβρο αντιμετωπίζουν ένα σύνολο προκλήσεων που αφορούν τόσο το επιχειρησιακό όσο και το ανθρώπινο σκέλος της αποστολής τους. Παρακάτω συνοψίζονται οι βασικότερες:
1. Επιχειρησιακές προκλήσεις
Αυξημένες μεταναστευτικές ροές: Ο Έβρος αποτελεί κύριο σημείο εισόδου παράτυπων μεταναστών στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα οι ειδικοί φρουροί να καλούνται να επιχειρούν σε συνθήκες έντασης και πίεσης.
Αντιμετώπιση διακινητών: Συχνές εμπλοκές με οργανωμένα κυκλώματα διακίνησης ανθρώπων που δρουν μεθοδικά και συχνά διαθέτουν τεχνικά μέσα.
Επιχειρήσεις σε δύσβατες περιοχές: Η φύση του ποταμού Έβρου και των παραποτάμιων δασικών εκτάσεων καθιστά τις επιχειρήσεις δύσκολες, ιδιαίτερα τη νύχτα ή σε ακραίες καιρικές συνθήκες.
2. Περιβαλλοντικές και κλιματολογικές συνθήκες
Ακραίες θερμοκρασίες (ζέστη το καλοκαίρι, παγωνιά τον χειμώνα). Πλημμύρες, λάσπη, κουνούπια και υγρασία επηρεάζουν την αντοχή και την υγεία του προσωπικού. Συνεχής υπαίθρια υπηρεσία και μακρές περίπολοι με περιορισμένες υποδομές ανάπαυσης.
3. Ανθρώπινες και ψυχολογικές προκλήσεις
Εργασία σε συνθήκες υψηλής έντασης και διαρκούς ετοιμότητας. Έλλειψη επαρκούς προσωπικού, που οδηγεί σε αυξημένα ωράρια και κόπωση. Απομόνωση από οικογένεια και κοινωνική ζωή, ειδικά για όσους προέρχονται από άλλες περιοχές. Ψυχολογική πίεση λόγω της φύσης του έργου (αντιμετώπιση κρίσεων, επαφές με ανθρώπους σε απόγνωση, πιθανότητα επεισοδίων).
4. Υλικοτεχνικές και οργανωτικές δυσκολίες
Περιορισμένα μέσα και εξοπλισμός (οχήματα, θερμικές κάμερες, μέσα επικοινωνίας). Ανάγκη συνεχούς εκπαίδευσης για χειρισμό νέων τεχνολογιών επιτήρησης και επιχειρησιακών σεναρίων. Συντονισμός με άλλες υπηρεσίες (Στρατός, Συνοριοφυλακή, FRONTEX) που απαιτεί υψηλό επίπεδο συνεργασίας.
5. Θεσμικές και κοινωνικές προκλήσεις
Αίσθημα υποτίμησης ή έλλειψης αναγνώρισης σε σχέση με το έργο που επιτελούν. Περιορισμένες ευκαιρίες εξέλιξης ή μετάθεσης. Απαιτήσεις για διαρκή επαγγελματισμό και αυτοσυγκράτηση, ακόμη και υπό πίεση ή προκλήσεις.
Πρόσφατα το Σωματείο σας απέστειλε επιστολή προς τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη, επισημαίνοντας την ανάγκη ίδρυσης Υπηρεσίας Μεταγωγών στη Δράμα. Ποιο είναι το σκεπτικό αυτής της πρότασης και ποια προβλήματα θα λύσει μια τέτοια υπηρεσία;
Στη Δράμα δεν λειτουργεί Διεύθυνση Μεταγωγών, με αποτέλεσμα η ευθύνη των μεταγωγών να επιβαρύνει άλλες υπηρεσίες της Αστυνομικής Διεύθυνσης. Σήμερα το Σωφρονιστικό Κατάστημα Κράτησης του Νικηφόρου Δράμας βρίσκεται σε λειτουργία με την πληρότητα του να αγγίζει τα όρια του και οι ανάγκες για μεταγωγές επικίνδυνων και σκληρών κακοποιών είναι καθημερινές. Το γεγονός αυτό δημιουργεί σημαντικά προβλήματα, καθώς αποδυναμώνονται υπηρεσίες όπως το Αστυνομικό Τμήμα Δράμας-ΔΙ.ΑΣ. που συνήθως το πλήρωμα του περιπολικού απαρτίζεται από ένα μόνο άτομο, ενώ ακόμη και η Ο.Π.Κ.Ε. Δράμας αδυνατεί να επιτελέσει τον κύριο ρόλο της, δηλαδή την αστυνόμευση και την ασφάλεια των πολιτών καθώς συνδράμει σε όλες τις μετακινήσεις. Έίχε δεσμευτεί στο παρελθόν ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη ότι θα προχωρήσει στη δημιουργία υπηρεσίας μεταγωγών στη Δράμα. Με την επιστολή θέλουμε να τον μεταφέρουμε την έντονη ανησυχία μας σχετικά με την έλλειψη υπηρεσίας μεταγωγών στη Διεύθυνση Αστυνομίας Δράμας. Η απουσία αυτής της υπηρεσίας έχει ως αποτέλεσμα οι αστυνομικοί της Διεύθυνσης να επιφορτίζονται καθημερινά με μεταγωγές κρατουμένων, τόσο εντός όσο και εκτός νομού. Αυτό συνεπάγει σοβαρή επιβάρυνση, καθώς: οι μεταγωγές διατάσσονται συχνά αιφνιδιαστικά, οδηγώντας σε υπερωρίες και διπλοβάρδιες, αποσπώνται αστυνομικές δυνάμεις από την αστυνόμευση της πόλης, με άμεσες συνέπειες στην ασφάλεια των πολιτών, και οι μεταφορές σε νοσοκομεία εκτός νόμου λόγω ελλείψεως ψυχιατρικής κλινικής ή άλλων ιατρικών ειδικοτήτων του Γ. Νοσοκομείου Δράμας, ειδικά σε συνδυασμό με τα προβλήματα διαθεσιμότητας ασθενοφόρων του ΕΚΑΒ, σε δικαστήρια άλλων νομών (Θεσσαλονίκη, Κομοτηνή κ.λπ.), ακόμη και σε κηδείες συγγενικών προσώπων των κρατουμένων σε όλη την ελληνική επικράτεια δημιουργούν πρόσθετες δυσκολίες. Παρά τις κατά καιρούς προσπάθειες και εξαγγελίες για ίδρυση υπηρεσίας μεταγωγών στη Δράμα, το ζήτημα παραμένει άλυτο.

Πώς αντιλαμβάνεστε τη σχέση Αστυνομίας – Πολίτη στην περιοχή μας;
Η σχέση μεταξύ Αστυνομίας και πολίτη στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης χαρακτηρίζεται από ιδιαιτερότητες που απορρέουν από τη γεωγραφική θέση, τη σύνθεση του πληθυσμού και τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της περιοχής. Πρόκειται για μια περιοχή με πολυπολιτισμικό χαρακτήρα, έντονη παραμεθόρια δραστηριότητα και σημαντικές προκλήσεις ασφάλειας, ιδίως στα σύνορα του Έβρου.
Από τη μια πλευρά, η Αστυνομία επιτελεί έναν κρίσιμο ρόλο στην προστασία των συνόρων, τη διασφάλιση της δημόσιας τάξης και την πρόληψη της εγκληματικότητας. Παράλληλα, καλείται να επιδεικνύει ευαισθησία, επαγγελματισμό και σεβασμό απέναντι στους πολίτες, ανεξαρτήτως εθνικής ή θρησκευτικής ταυτότητας.
Ο ρόλος της είναι διπλός: κατασταλτικός όταν απαιτείται, αλλά και κοινωνικός, μέσω της παρουσίας της στις τοπικές κοινωνίες και της συμμετοχής σε δράσεις πρόληψης και ενημέρωσης. Από την άλλη πλευρά, οι πολίτες της περιοχής τείνουν να αντιμετωπίζουν την Αστυνομία με σεβασμό και εμπιστοσύνη, αναγνωρίζοντας τη δυσκολία του έργου της, ιδίως σε θέματα συνοριακής φύλαξης και διαχείρισης μεταναστευτικών ροών. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις παραμένουν αισθήματα επιφυλακτικότητας ή αποξένωσης, κυρίως λόγω παλαιότερων πρακτικών, ελλείψεων επικοινωνίας ή περιορισμένης παρουσίας της Αστυνομίας σε απομακρυσμένες περιοχές.
Η ενίσχυση της σχέσης αστυνομίας–πολίτη προϋποθέτει:
Συνεχή εκπαίδευση του προσωπικού σε θέματα επικοινωνίας και διαχείρισης πολιτών διαφορετικών πολιτισμικών ομάδων.
Ενεργή συμμετοχή της Αστυνομίας σε δράσεις πρόληψης, ενημέρωσης και συνεργασίας με τοπικούς φορείς και σχολεία.
Συχνότερη και ανθρώπινη παρουσία του αστυνομικού στις τοπικές κοινωνίες, ώστε να λειτουργεί ως φορέας ασφάλειας και εμπιστοσύνης, όχι φόβου.
Συνολικά, η σχέση αστυνομίας και πολίτη στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη βρίσκεται σε πορεία εξέλιξης. Με στοχευμένες δράσεις, συνεχή διάλογο και αμοιβαίο σεβασμό, μπορεί να αποτελέσει πρότυπο συνεργασίας και κοινωνικής συνοχής για ολόκληρη τη χώρα.
Τι θα θέλατε να γνωρίζει ο πολίτης για τον Ειδικό Φρουρό που δεν προβάλλεται συνήθως στα ΜΜΕ;
Ο πολίτης θα πρέπει να γνωρίζει ότι πίσω από τη στολή του Ειδικού Φρουρού δεν βρίσκεται ένας απρόσωπος εκτελεστής εντολών, αλλά ένας άνθρωπος με υψηλό αίσθημα καθήκοντος, που υπηρετεί υπό δύσκολες και συχνά επικίνδυνες συνθήκες, με περιορισμένους πόρους και ελάχιστη αναγνώριση.
Ο Ειδικός Φρουρός αποτελεί προκεχωρημένο κρίκο της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της καθημερινής αστυνόμευσης, της αντιμετώπισης του εγκλήματος και της διαχείρισης κρίσεων — από τρομοκρατικά περιστατικά και επεισόδια μέχρι φυσικές καταστροφές και συνοριακή φύλαξη.
Συχνά, όμως, το κοινό βλέπει μόνο το «επιχειρησιακό» του πρόσωπο και όχι το ανθρώπινο υπόβαθρο πίσω από αυτό. Λίγα προβάλλονται για:
Τις ώρες εκπαίδευσης, την πειθαρχία και τη φυσική – ψυχολογική προετοιμασία που απαιτεί η θέση.
Τις προσωπικές θυσίες (οικογενειακές, κοινωνικές, οικονομικές) που συνεπάγεται η υπηρεσία.
Το γεγονός ότι οι περισσότεροι Ειδικοί Φρουροί εκτελούν το καθήκον τους με σεβασμό στον πολίτη, συχνά υπό προκλήσεις και έντονη πίεση, επιδιώκοντας να λειτουργούν ως εγγυητές ασφάλειας και όχι απλώς επιβολής.
Την ψυχική επιβάρυνση που συνοδεύει την καθημερινή έκθεση σε κινδύνους, βία, κοινωνική ένταση ή ανθρώπινο πόνο.
Ο Ειδικός Φρουρός είναι μέλος της κοινωνίας, προέρχεται από αυτήν και υπηρετεί για αυτήν. Θα ήταν ωφέλιμο ο πολίτης να αντιλαμβάνεται τον αστυνομικό όχι ως «απέναντι», αλλά ως σύμμαχο στην κοινή προσπάθεια για ένα ασφαλές και δίκαιο περιβάλλον. Η πραγματική εικόνα του Ειδικού Φρουρού δεν είναι αυτή που προβάλλεται περιστασιακά στα μέσα ενημέρωσης, αλλά εκείνη του σιωπηλού επαγγελματία που στέκεται καθημερινά στην πρώτη γραμμή, με αυταπάρνηση, επαγγελματισμό και πίστη στην αποστολή του.
Αν είχατε τη δυνατότητα να αλλάξετε ένα πράγμα στην Αστυνομία αύριο, ποιο θα ήταν αυτό;
Αν είχα τη δυνατότητα να αλλάξω ένα πράγμα στην Ελληνική Αστυνομία, αυτό θα ήταν η νοοτροπία διοίκησης και εκπαίδευσης σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας. Η ουσιαστική αναβάθμιση της υπηρεσίας δεν εξαρτάται μόνο από τον εξοπλισμό ή το προσωπικό, αλλά κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο καλλιεργείται ο επαγγελματισμός, η συνεργασία και η εμπιστοσύνη μέσα στον Οργανισμό. Η αλλαγή αυτή θα στηριζόταν σε τρεις βασικούς άξονες:
Συνεχής και ουσιαστική εκπαίδευση σε τομείς όπως η ηγεσία, η επικοινωνία, η διαχείριση κρίσεων και τα ανθρώπινα δικαιώματα, πέραν της καθαρά επιχειρησιακής κατάρτισης.
Διοίκηση με διαφάνεια και αξιοκρατία, που επιβραβεύει την προσπάθεια και την αποτελεσματικότητα, ενισχύοντας το ηθικό και τη συνοχή του προσωπικού.
Ανοιχτή εσωτερική επικοινωνία και ουσιαστική μέριμνα για τον αστυνομικό, μέσω ψυχολογικής υποστήριξης και επαγγελματικής ενδυνάμωσης.
Μια τέτοια αλλαγή θα συνέβαλε στη δημιουργία μιας Αστυνομίας πιο ανθρώπινης, αποτελεσματικής και σεβαστής, τόσο στο εσωτερικό της όσο και απέναντι στην κοινωνία που υπηρετεί. Η καλλιέργεια κουλτούρας εμπιστοσύνης, υπευθυνότητας και επαγγελματισμού αποτελεί τη βάση για κάθε πραγματικό εκσυγχρονισμό του Σώματος.
Όλια Γκαντανίδου

















