Reparenting και γονεϊκότητα: Η σημασία της θεραπείας του εαυτού πριν από την απόκτηση παιδιών

Το reparenting (γονική υποκατάσταση) αποτελεί μια ψυχοθεραπευτική διαδικασία ή μια πρακτική αυτοφροντίδας κατά την οποία το άτομο παρέχει στον εαυτό του τις ασφαλείς, στοργικές και υποστηρικτικές εμπειρίες που μπορεί να μην έλαβε ως παιδί.

Πρόκειται ουσιαστικά για την αναγνώριση και κάλυψη των ανεκπλήρωτων συναισθηματικών αναγκών (π.χ., ασφάλεια, αγάπη, αποδοχή) του «εσωτερικού παιδιού», με την εν λόγω διαδικασία να επικεντρώνεται στην εκμάθηση στρατηγικών αυτοφροντίδας και το ίδιο άτομο να αναλαμβάνει τον ρόλο ενός «νέου γονέα» για τον εαυτό του προκειμένου να θεραπεύσει τις ανάγκες αυτές. 

Το εσωτερικό παιδί είναι το παιδί που υπάρχει μέσα μας. Περιλαμβάνει τις αναμνήσεις, τα συναισθήματα και τις πεποιθήσεις από την παιδική ηλικία, οι οποίες διαμορφώνουν τη συμπεριφορά, τις σκέψεις και τα συναισθήματα στην ενήλικη ζωή.

Το «εσωτερικό παιδί» είναι συνεχώς παρόν. Εντούτοις, ορισμένες φορές μπορεί να είναι δύσκολη η επαφή μαζί του λόγω σοβαρών τραυμάτων που συνέβησαν κατά την παιδική ηλικία. 

Στις περισσότερες των περιπτώσεων, όπου δεν υφίσταται κάποιο σοβαρό τραύμα, είναι δυνατόν να υπάρχουν «σκιές» που πρέπει να έρθουν στο φως και να αντιμετωπιστούν με συμπόνια και θάρρος.

Οι «σκιές» αυτές αφορούν περιοριστικές πεποιθήσεις, σκληρή κριτική προς τον εαυτό και τους άλλους, ανασφάλειες και τάσεις αυτοσαμποτάζ, αποτέλεσμα των οποίων είναι η δημιουργία μη υγιών μοτίβων συμπεριφοράς που επαναλαμβάνονται καθ΄όλη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου μέχρις ότου επέλθει η θεραπεία αυτού.

Οφέλη του reparenting πριν από την απόκτηση παιδιών

Η θεραπεία του «εσωτερικού παιδιού» πριν από την απόκτηση παιδιών είναι σημαντική διότι παρεμποδίζει την ακούσια μετάδοση μη υγιών μοτίβων συμπεριφοράς και βαθιά ριζωμένων τραυμάτων στα παιδιά. Επίσης, προετοιμάζει σε ψυχικό και συναισθηματικό επίπεδο το άτομο να διαχειριστεί τις προκλησεις της γονεϊκότητας και να δημιουργήσει μια ισορροπημένη και υγιή οικογενειακή δυναμική. 

Οι αρνητικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, όπως έχει ήδη αναφερθεί, συμβάλλουν στη διαμόρφωση αρνητικών πεποιθήσεων, συμπεριφορών και συναισθηματικών αντιδράσεων, και η μη αντιμετώπιση αυτών έχει ως αποτέλεσμα τη μη συνειδητή μεταβίβασή τους στα παιδιά μέσω λέξεων και συμπεριφορών.

Όταν ένα άτομο έχει βιώσει τραύμα, παραμέληση ή συναισθηματική ασυνέπεια ως παιδί, τότε τείνει να «κουβαλάει» τις «πληγές» αυτές και στην ενήλικη ζωή. Οι «πληγές» αυτές μπορούν να εκδηλωθούν με ποικίλους τρόπους και να επηρεάσουν την αυτοεκτίμηση, τις διαπροσωπικές σχέσεις, ακόμη και τον τρόπο ανατροφής των παιδιών. 

Πιο συγκεκριμένα, τα οφέλη της θεραπείας του «εσωτερικού παιδιού» πριν από την απόκτηση παιδιών είναι τα εξής:

Ομαλή μετάβαση στην μητρότητα / γονεϊκότητα: Η μετάβαση στην μητρότητα / γονεϊκότητα είναι, επί της ουσίας, μια περίοδος συναισθηματικής και πρακτικής αναδιοργάνωσης σε πολλούς τομείς της ζωής του ατόμου. Η θεραπεία του «εσωτερικού παιδιού» πριν από την απόκτηση παιδιών καθιστά πιο εύκολη την αποδοχή και αντιμετώπιση των προκλήσεων που φέρει η ανατροφή ενός παιδιού και ενισχύει την δημιουργία ασφαλούς συναισθηματικού δεσμού.

Ανάπτυξη άνευ όρων αγάπης για τον ίδιο τον εαυτό: Η μετάβαση στην μητρότητα μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια αγάπης του εαυτού. Η εν λόγω διατύπωση υποδεικνύει ότι όταν μια γυναίκα γίνει μητέρα δεν αποκλείεται να χάσει την αγάπη για το ίδιο της το σώμα ή να μην αναγνωρίζει πλέον τον εαυτό της ως άτομο. Η αναγνώριση και κάλυψη των ανεκπλήρωτων συναισθηματικών αναγκών του «εσωτερικού παιδιού» δύναται να οδηγήσει σε μια αίσθηση ενδυνάμωσης, ανθεκτικότητας και βαθύτερης συνειδητοποίησης του ίδιου του εαυτού.

Θετικό πρότυπο για τα παιδιά: Η γονεϊκότητα μπορεί να πυροδοτήσει τις αρνητικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας και να μεταδώσει ακουσίως μη υγιή μοτίβα συμπεριφοράς και βαθιά ριζωμένα τραύματα στα παιδιά. Για παράδειγμα, ένα άτομο που έχει την τάση να επικρίνει μπορεί να αρχίσει να επικρίνει και το ίδιο το παιδί, που με τη σειρά του μπορεί να επικρίνει τους άλλους καθώς μεγαλώνει. Η θεραπεία του εαυτού αποσκοπεί να σταματήσει αυτό τον κύκλο από το να συνεχιστεί στην επόμενη γενιά. 

Ψυχικές μεταβολές στην εγκυμοσύνη

Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι η εγκυμοσύνη προκαλεί ορισμένες φυσιολογικές ψυχικές μεταβολές. Οι μεταβολές αυτές επηρεάζονται από τις ορμονικές μεταβολές, τις σκέψεις, τους φόβους, τις σχέσεις και τις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας και διαιρούνται σε τρεις διαφορετικές φάσεις. 

Η πρώτη φάση εκτείνεται από την σύλληψη μέχρι τις πρώτες εμβρυϊκές κινήσεις που γίνονται αισθητές γύρω στην 18η εβδομάδα της εγκυμοσύνης. Σε αυτή την φάση, η γυναίκα έχει αντιφατικές σκέψεις και συναισθήματα αναφορικά με την εγκυμοσύνη και τον ρόλο της ως μητέρα. Για παράδειγμα, μπορεί να σκέφτεται εάν είναι η κατάλληλη στιγμή για να γίνει μητέρα, εάν θα καταφέρει να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις της γονεϊκότητας, κ.ά. Αυτού του είδους οι αμφιβολίες είναι φυσιολογικές, εκτός κι αν παρεμβαίνουν στην καθημερινότητα της εγκύου.

Στην δεύτερη φάση που διαρκεί μέχρι την 34η εβδομάδα της εγκυμοσύνης, οι εμβρυϊκές κινήσεις γίνονται ακόμη πιο αισθητές και η έγκυος γυναίκα νιώθει το παιδί μέσα της ως ένα ξεχωριστό άτομο. Σε αυτή τη φάση, η γυναίκα αρχίζει να θυμάται τη σχέση με τη δική της μητέρα και σταδιακά να συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχουν «τέλειες μητέρες». Παράλληλα, αρχίζει να σκέφτεται αν ο δικός της ρόλος θα είναι παρόμοιος ή όχι με αυτόν που είχε αναλάβει η δική της μητέρα.

Η τρίτη και τελευταία φάση, που εκτείνεται από την 34η εβδομάδα της εγκυμοσύνης μέχρι τον τοκετό, χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη φαντασιώσεων αναφορικά με το παιδί και την ώρα του τοκετού (π.χ., πρόωρος τοκετός, επιβίωση του εμβρύου εκτός μήτρας, κ.ά.). Σε αυτή τη φάση, η έγκυος γυναίκα μπορεί να αισθάνεται μεγαλύτερη ανησυχία και προκύπτουν καινούργια ερωτήματα, όπως για παράδειγμα «πως θα είμαστε ως γονείς;», «πως θα είμαι ως μητέρα;», κ.ά.

Να σημειωθεί ότι η τελευταία φάση της εγκυμοσύνης είναι θεμελιώδους σημασίας για την ανάπτυξη του παιδιού. Σε περίπτωση που η εμπειρία του τοκετού είναι τραυματική ή οι προσδοκίες της μητέρας συνοδεύονται από μη ικανοποίηση, τότε οι νοητικές αναπαραστάσεις αυτής απαιτούν ψυχολογική αναπροσαρμογή. Αντιθέτως, όταν οι νοητικές αναπαραστάσεις της μητέρας είναι πιο ισορροπημένες, τότε το παιδί αναπτύσσεται με μεγαλύτερη ασφάλεια.

Συνοψίζοντας, το reparenting (γονική υποκατάσταση) αφορά όχι την επίτευξη της «τελειότητας» του ατόμου, αλλά την εξέλιξη αυτού.

Μέσα από την ψυχοθεραπευτική αυτή διαδικασία ή πρακτική αυτοφροντίδας, το άτομο ως γονέας θα είναι πιο συντονισμένο με τις συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού και θα διαχειρίζεται με περισσότερη υπομονή τις δύσκολες συμπεριφορές αυτού. Τέλος, θα είναι καλύτερα ψυχολογικά εξοπλισμένο για να μπορέσει να απελευθερωθεί από μη υγιή πρότυπα συμπεριφοράς και βαθιά ριζωμένα τραύματα, ώστε να δημιουργήσει μια στοργική και υποστηρικτική οικογενειακή δυναμική.


Βιβλιογραφία

Capacchione, L. (1991). Recovery of your inner child. Simon & Schuster.

Copley, L. A. (2023). Loving you is hurting me: A new approach to healing trauma bonds and creating authentic connection. Hachette Book Group.

Friberg, P. C. (2015). Graviditet -både kris och möjlighet: psykologers upplevelse av gravida kvinnors utveckling. Göteborgs Universitet

Gibson, L. C. (2015). Adult children of emotionally immature parents: How to heal from distant, rejecting, or self-involved parents. New Harbinger.

Pines, D. (1972). “Pregnancy and motherhood: interaction between fantasy and reality”. British Journal of Medical Psychology. 45 (4): 333–343. doi:10.1111/j.2044-8341.1972.tb02216.x.
psychology.gr

Γραμμή εργαλείων προσβασιμότητας